(του Καθηγητού-Ερευνητή Κοσμά Μ. Μαρκάτου)
Μετά τούς «πρώτους ἀνθρώπους» (ἀπό τό 200000 (παλαιολιθική περίοδος) μέχρι καί τό 5.000.000 π.Χ. (ἀνθρωποειδεῖς - ἐλλιπεῖς ἂνθρωποι ) - χαρακτηριζόμενους ἀπό παντελῆ ἀπουσίαν θρησκευτικότητος καί ἐσχατολογικῶν ἀναζητήσεων (ἂγνοια καί ἀδιαφορία περί τήν μεταθανάτιον ζωήν καί τήν ὓπαρξιν τῆς ψυχῆς) - ἀκολουθοῦν οἱ αἰφνιδίως ἐξαφανισθέντες νεαντερτάλειοι καί ἀκολούθως οἱ σοφοί (ἀπό τοῦ 30000 - 40000 π.Χ. καί ἐντεῦθεν περίπου, ὁμοίου τύπου μ’ ἐμᾶς), οἱ ὁποῖοι ναί μέν ἐχαρακτηρίζοντο ἀπό θρησκευτικότητα, ἀλλά λόγω ἐλλιποῦς γνώσεως καί κατανοήσεως τῆς φύσεως καί τῶν δυνάμεών της, ἐν τῶ πρώτω σταδίω τῆς ἐξελίξεώς των θεωροῦσαν ὃτι τά πάντα ἐπνευματοκρατοῦντο ἢ ἐψυχοκρατοῦντο (πνευματοκρατία ἢ ψυχισμός ἢ ἀνιμισμός, animismus ), ὃτι τά πάντα διήποντο δηλαδή ἀπό σκοτεινές καί ἀπόκρυφες δυνάμεις, κατ’ εἰκόνα τῆς ἰδικῆς των θελήσεως. Ἀκολούθως αὐτοί, διελθόντες διά τῆς μαγείας, μαγγανείας καί δεισιδαιμονίας - καί μέ σταδιακῶς αὐξανόμενην προσωποποίησιν - κατέληξαν εἰς τόν φυλακτισμόν ἢ φετιχισμόν (ὑπερβολική λατρεία ἀψύχου πράγματος) καί εἰς τίς θρησκεῖες, κατά τήν περίοδον τῶν ὁποί-ων οἱ προηγούμενες δυνάμεις ἂρχισαν ν’ ἀντικαθίστανται βαθμιαίως ὑπό τῶν πρώτων ὑποχθονίων θεοτήτων μετά τῆς λατρείας των καί ν’ ἀναφαίνονται τά πρῶτα σημεῖα μεταθανατίων ἀναζητήσεων.
Α152 - Ἡ ψυχή κατά τάς θρησκείας
Εἰς τήν φυσικήν Ἑλληνικήν θρησκείαν (ἀρχαιοελληνική) παρακολουθεῖ κανείς μετά θαυμασμοῦ τήν ὑπέροχον, ἀνοδικήν, πυκνήν καί συμπαγῆ πορεία της - πλήρως ἐναρμονισμένην καί ὁμοίως συμβαδίζουσαν μετά τῶν ἂλλων ἐπιτεύξεων τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος (ὀντολογία, θεολογία, μυθολογία, τέχνες, γράμματα, τεχνική, τεχνολογία, ἐ-πιστήμη καί φιλοσοφία) - ἐκ τῶν ὑποχθονίων, χθονίων καί ἐπιγείων θεοτήτων πρός τούς ὑπεργείους, ὀλυμπίους καί οὐρανίους θεούς καί πρός τήν δογματικήν τελειότητα.
Κατά τόν Ἰνδουϊσμόν, ἡ ἀτομική ψυχή (ἂτμαν, ἂτομον, ἀτμός), δημιουργηθεῖσα ἐν τῆ ἀρχῆ τοῦ χρόνου, εἰσέρχεται εἰς τό γεννώμενον σῶμα καί ὑπόκειται εἰς μετενσαρκώσεις (μετενσωματώσεις): ἡ ψυχή τοῦ ἀποθνήσκοντος εἰσέρχεται εἰς ἂλλο σῶμα. Ἡ θέσις τοῦ νέου ἀτόμου καθορίζεται ὑπό τῶν συσσωρευομένων συνεπειῶν τῶν πράξεών του (κάρ-μαν) εἰς τίς διαδοχικές μετενσαρκώσεις - ὁ κύκλος τῶν ὁποίων δύναται νά εἶναι αἰώνιος ἢ πεπερασμένος - μέχρι ὃτου ἡ ψυχή κα-θαρθεῖ τελείως (καρμική τελείωσις) καί ἑνωθεῖ μέ τό Ἀπόλυτον.
Κατά τόν Βουδισμόν, δέν ὑφίσταται ἀτομική ὓπαρξις ἢ ἐγώ, πᾶσα δέ ἀντίληψις περί αύτῆς εἶναι ἀπατηλή.
Κατά τόν Χριστιανισμόν καί Μουσουλμανισμόν, ἡ ψυχή γεννᾶται ταυτοχρόνως μετά τοῦ σώματος, ἀλλά μετά διάγει αὐθύπαρκτον ζωήν, ἀφοῦ ἡ μετά τοῦ σώματος ἓνωσίς της εἶναι προσωρινή [βλέπε σελ. 43, 44, 53, 73, 78, 85, 111, 112, 121, 132, 152].
Α153 - Ἡ ψυχή κατά τούς ποιητές, θεολόγους,
ἐπιστήμονες καί φιλοσόφους
Κατά τόν ποιητήν Ὃμηρον ἡ ψυχή εἶναι ὑλική ἀλλά ἀθάνατος, ἓν σκιῶδες ἀντίγραφον τοῦ ἀτόμου, ζῶν δηλαδή μετά τόν θάνατον τοῦ σώματος.
Κατά τόν Ἡσίοδον, ἡ ψυχή εἶναι ἀθάνατος, οἱ δέ ψυχές τῶν ἐναρέτων ἀνθρώπων ἀποτελοῦν τούς φύλακας δαίμονας αὐτῶν.
Κατά τόν Ὁρφέα καί τόν Πυθαγόρα καί τούς ἐξ αὐτῶν Ὀρφικούς καί Πυθαγορικούς - τῶν ὁποίων οἱ δοξασίες ἀλληλοσυνδέονται - ἡ ψυχή ὑπῆρχε πρίν τήν γέννησιν τοῦ σώματος, εἶναι ἀθάνατος, εἰσέρχεται εἰς ἀνθρώπινον σῶμα διά νά «σωθεῖ» (ἐξ οὗ καί ἡ ἑτυμολογία τοῦ ὀνόματος σῶμα), μέ τό νά ὑποστεῖ κύκλον μετενσαρκώσεων (ἀπό ἂνθρωπον εἰς ἂνθρωπον), ἀλλά καί μετεμψυχώσεων* (ἀπό ἂνθρωπον εἰς ζῶον καί ἀπό ζῶον εἰς φυτόν), ἀναλόγως τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, εἰς τόν ὁποῖον δόθηκε ἡ ψυχή ὑπό τῶν θεῶν (προπατορικόν ἁμάρτημα;), μέχρις ὃτου ἀποκαθαρθεῖ καί ἐπιστρέψει πάλιν εἰς τόν ἂνθρωπον.
Ἐπίσης, κατά τόν Ἐμπεδοκλῆν, ἡ ψυχή εἶναι ἀθάνατος, ὑφιστάμενη μετεμψύχωσιν εἰς ζῶα καί φυτά. Κατά τόν Ἀλκμαίωνα, ἡ ψυχή εἶναι κι-νητική καί ἀθάνατος. Ὁμοίως, κατά τόν Φιλόλαον, ἡ ψυχή εἶναι ἀθάνατος, φιλακισμένη ὃμως εἰς τό ἀνθρώπινον σῶμα πρός ἐπιβολήν ποινῶν τινων. Κατά τούς Θαλῆν, Ἀναξίμανδρον, Ἀναξιμένην, Ξενοφάνην, Ἡράκλειτον καί Διογένην τόν Ἀπολλωνιάτην, ἡ ψυχή θεωρεῖται κοσμογονικόν στοιχεῖον. Ἐπίσης, κατά τούς ἀτομιστές (ἀτομικούς) ἐπιστήμονες Λεύκιππον καί Δημόκριτον, ἡ ψυχή θεωρεῖται κοσμογονικόν στοιχεῖον, εἶναι ἀθάνατος, κινητική καί σφαιροειδής.
Κατά τούς Σωκράτην καί Πλάτωνα, ἡ ψυχή εἶναι ἂϋλος καί ἀθάνατος εἰσάγεται δέ τό τρισυπόστατον τῆς ψυχῆς :
τό λογιστικόν (νοῦς - ἐγκέφαλος), τό θυμοειδές (θυμός - τό στῆθος) καί τό ἐπιθυμητικόν (πάθη - σπλάγχνα).
Ὁ Ἀριστοτέλης - ὁ πρῶτος συστηματικῶς ἀσχοληθείς - εἰς τό ἒργον του «Περί ψυχῆς» - ἐπαναδιατυπώνει τό τρισυπόστατον, ἀλλά ὑπό ἂλλην μορφήν - θά μποροῦσε νά λεχθεῖ (βιολογικῶς) - καί χρησιμοποποιῶν τήν δικήν του διαλεκτικήν μέθοδον, ὁρίζει τήν ψυχήν ὡς ὀργανωτικήν μορφήν τοῦ σώματος, ἡ ὁποία κινεῖται εἰς τρία ἐξελικτικά ἐπίπεδα : τό κατώτερον ἐπίπεδον τῆς ψυχῆς (λειτουργίες μόνο θρεπτικές - μόνο τά φυτά), τό ἐνδιάμεσον (λειτουργίες θρεπτικές καί κινητικές - μόνο τά ζῶα) καί τό ἀνώτερον (λειτουρ-γίες θρεπτικές, κινητικές, νοητικές, διανοητικές - μόνον ὁ ἂνθρωπος). Ἐξ αὐτῶν, μόνο τό νοητικόν ἐπίπεδον θεωρεῖται ἀθάνατον - ὑπό όρους πού πρέπει νά διελευ-κανθοῦν, πιστεύω, εἰς τήν συζήτησιν πού θά ἐπακολουθήσει, καί ὃταν ἒλθει ἡ ὣρα.
Κατά τούς ἀρχαίους Ἓλληνες ἰατρούς, Ἱπποκράτην (πατήρ τῆς ἰατρικῆς), Ἡρόφιλον (ἀνακάλυψις τοῦ νευρικοῦ συστήματος), Ἐρασίστρατον (μελέται τῆς νευρολογίας), Γαλη-νόν (θεωρία ἰδιοσυγκρασιῶν) - οἱ ὁποῖοι κινοῦνται γενικῶς εἰς ἐμπειρικόν ἐπίπεδον (ἂσκησις ἀνατομίας) - ἡ ψυχή εἶναι γενικῶς ὑλιστικῆς φύσεως.
Ἀπό τοῦ Πλωτίνου (ἱδρυτοῦ τοῦ Νεοπλατωνισμοῦ) μέχρι τόν Κάντ (ἡ Ψυχολογία ὡς ἐπιστήμη τῆς συνειδήσεως / Κριτική τοῦ καθαροῦ λόγου), ἡ ἂϋλος (μή ὑλική) φύσις τῆς ψυχῆς ἐπανέρχεται.
Κατά τόν Πλωτῖνον, ἡ ψυχή εἶναι ἂϋλος καί αἰωνία - μέ τήν δικήν της θέσιν εἰς τήν ἱεραρχίαν τῶν ὂντων - ὑπάρχει πρίν τήν γέννησιν, ἐπιζεῖ τοῦ θανάτου, δύναται νά ἀναγεννηθεῖ εἰς ἂλλο σῶμα (ἐνσαρκωθεῖ) καί ἀκόμη νά κινηθεῖ ἢ σταθεῖ ἒξω ἀπό τό σῶμα, κατά τή διάρκειαν τῆς ἐπιγείου ζωῆς ἐν καταστάσει ἐκστάσεως.
Κατά τόν Ἃγιον Αὐγουστῖνον, ἡ ψυχή παρομοιάζεται μέ «ἀναβάτην» τοῦ σώματος, ὡς ἂϋλος ὀντότης, διακρίνεται τοῦ ὑλικοῦ σώματος καί ἀντιπροσωπεύει τόν «ἀληθινόν» ἂνθρωπον, μή γινόμενη ὃμως ἀντιληπτή χωρίς αὐτό.
Μέ τόν Ἃγιον Θωμᾶν τόν Ἀκινάτην ἐπανέρχεται ἡ ἀρχαιοελληνική ἰδέα καί θέσις (Σωκ-ράτης, Πλάτων, Ἀριστοτέλης), κατά τήν ὁποίαν ἡ ψυχή ἀποτελεῖ τήν κινητήριον ἀρχήν τοῦ σώματος, μή δυνάμενη ὃμως νά συγκροτήσει ἓν ἀνθρώπινον ὂν χωρίς αὐτό, ἂν καί εἶναι ἀνεξάρτητος αὐτοῦ.
Κατά τήν θέσιν τοῦ μαθηματικοῦ καί φιλοσόφου Καρτεσίου, τό ἀνθρώπειον ὂν θεωρεῖται ὡς σύζευξις δύο διαφορετικῶν οὐσιῶν ἀλληλοεπενεργουσῶν - τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος - λαμβάνων τήν ψυχήν ὡς ἰσοδύναμον τοῦ νοῦ.
Κατά τόν φιλόσοφον Σπινόζα, ἡ πραγματικότης συνιστᾶ δύο πλευρές μιᾶς ἑνιαίας πραγματικότητος - θέσις ἀνάλογος τῆς προηγουμένης.
Κατά τόν μαθηματικόν καί φιλόσοφον Λάιμπνιτς, ἐπηρεασθέντα ἐν-δεχομένως ἀπ’ τά Μαθηματικά (σημεῖον Εὐκλείδου) καί Φυσικήν (ἂτο-μον Δημοκρίτου), ἡ ἀόρατος ψυχή θεωρεῖται ὡς ἀντίστοιχος μέ τό ση-μεῖον καί τό ἂτομον καί ὁρίζεται ὡς «μεταφυσικόν σημεῖον».
Τέλος, κατά τόν φιλόσοφον Κάντ ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὃτι ἡ ὓπαρξις τῆς ψυχῆς δέν δύναται ν’ ἀποδειχθεῖ διά τῆς λογικῆς, ἂν καί ὁ νούς (χρησιμοποιῶν τήν λογικήν) πρέπει νά καταλήξει εἰς αὐτήν τήν ὓπαρξιν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου